Παλλινοστούντες

Από Greece Wiki

Jump to: navigation, search

Η Ελλάδα θεωρείται ότι είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη μετανάστευση πληθυσμών της προς τις υπερπόντιες χώρες, την Αφρική και την Ευρώπη στη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα. Κατά περιόδους τα μεταναστευτικά ρεύματα από την Ελλάδα λάμβαναν διαστάσεις μαζικής αποδημίας με συνέπεια, από το ένα μέρος, να δημιουργούνται ολόκληρες παροικίες αποδήμων στις χώρες εγκατάστασής τους, ενώ από το άλλο μέρος να συρρικνώνονται πληθυσμιακά πολλές περιοχές της χώρας.

Κατά διαστήματα και ανάλογα με τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ομάδες αποδήμων επαναπατρίζονταν για να εγκατασταθούν μονίμως ή και προσωρινώς μέχρι τη νέα αποδημία τους στην πατρίδα τους.

Ωστόσο, σταδιακά και από τη δεκαετία του 1970 η Ελλάδα άρχισε να μεταβάλλεται από καθαρά μεταναστευτική χώρα σε χώρα υποδοχής τόσο παλιννοστούντων Ελλήνων, κυρίως από την τότε Δ. Γερμανία, όσο και αλλοδαπών μεταναστών. Συγκεκριμένα στη δεκαετία 1970-1980 επαναπατρίστηκαν περίπου 330.000 απόδημοι, από τους οποίους 30.000 έως 40.000 ήταν Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Οι πολιτικοί πρόσφυγες (πρόσφυγες του Εμφυλίου Πολέμου σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ) αποτελούν επίσης ιδιαίτερη ομάδα παλιννοστούντων. Ο μαζικός επαναπατρισμός τους ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Από το σύνολο της κατηγορίας αυτής των Ελλήνων Αποδήμων (που, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Κεντρικής Επιτροπής Πολιτικών Προσφύγων της Ελλάδας, αριθμούσαν ως την έναρξη των επαναπατρισμών 53.500 άτομα), επέστρεψαν στην Ελλάδα ως τα τέλη του 1990, 34.000 άτομα. Οι επαναπατρισμοί αυτοί άρχισαν όταν τα χρονικά περιθώρια για την προσαρμογή των πολιτικών προσφύγων στις κοινωνίες, που τους φιλοξένησαν ως τότε, εμφανίζονταν πια, εξαιτίας της προχωρημένης τους ηλικίας, αρκετά περιορισμένα. Από την άλλη μεριά υπήρχαν και τα πιεστικά ατομικά και οικογενειακά προβλήματα (υγείας, εκπαίδευσης, νοσταλγίας κ.ά.), που επέβαλαν την παλιννόστηση, έστω και κάτω από όχι ιδιαίτερα ευμενείς όρους. Η γενίκευση, ωστόσο, των επαναπατρισμών αυτών ευνοήθηκε από τις ειδικές διακρατικές συμφωνίες της Ελλάδας με τις περισσότερες από τις χώρες φιλοξενίας (Σοβιετική Ένωση, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία και Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας). Με τις συμφωνίες αυτές διευθετήθηκαν τα περισσότερα από τα ιδιόμορφα συνταξιοδοτικά προβλήματα των πολιτικών προσφύγων και εκείνα που σχετίζονταν με τη μεταφορά των οικονομιών και της κινητής τους περιουσίας. Με ειδικά εξάλλου νομοθετικά μέτρα (1985) οι επαναπατριζόμενοι εντάχθηκαν και στους ελλαδικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς. Πηγή: .Κ.Χασιώτης, Επισκόπηση της Ιστορίας της Νεοελληνικής Διασποράς, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Βάνιας

Την επόμενη δεκαετία 1980-1990, ενώ το ρεύμα επαναπατρισμού των Ελλήνων αποδήμων και μεταναστών ανακόπηκε, εντάθηκε αντιθέτως το φαινόμενο της εγκατάστασης στην Ελλάδα μεγάλου αριθμού οικονομικών μεταναστών, κυρίως από τρίτες χώρες καθώς και από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Παραλλήλως, προς το τέλος της δεκαετίας αυτής, εκδηλώθηκε με αιφνίδιο τρόπο το κύμα των επαναπατριζόμενων Ελλήνων, κυρίως Ελληνοποντίων, από την πρώην Σοβιετική Ένωση και Βορειοηπειρωτών από την Αλβανία, ύστερα από την κατάρρευση των εκεί καθεστώτων. Υπολογίζεται δε ότι από το 1988 έως το 2000 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα συνολικά 150.000 ομογενείς από τις παραπάνω χώρες.

Στην αρχική φάση η υποδοχή των ομογενών Ελληνοποντίων έγινε χωρίς προγραμματισμό στα μεγάλα αστικά κέντρα, στη συνέχεια όμως το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων (ΕΙΥΑΠΟΕ) δημιούργησε σταδιακά την υποδομή για την εγκατάστασή τους κυρίως στους οικισμούς υποδοχής Ποντίων στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη. Ωστόσο, λόγω μη επίλυσης του ζητήματος της απασχόλησής τους πολλοί από τους επαναπατρισθέντες προωθήθηκαν με δική τους πρωτοβουλία στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

Η ομάδα αυτή των Ελληνοποντίων από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ αντιμετώπισε και ως ένα βαθμό αντιμετωπίζει και σήμερα έντονα προβλήματα κοινωνικής ένταξης, εξαιτίας της έλλειψης ενός εθνικού σχεδιασμού για την επανεκπαίδευση και επανακατάρτιση των μελών της με σκοπό την απορρόφησή τους στην αγορά εργασίας. ΄Ετσι τα ποσοστά ανεργίας και ετεροαπασχόλησης μεταξύ των Ελληνοποντίων συνεχίζουν να είναι κατά πολύ υψηλότερα σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Επίσης, υπολογίζεται ότι η πρώτη γενιά των επαναπατρισθέντων που ενηλικιώθηκε στην Ελλάδα δεν έτυχε συστηματικής εκπαίδευσης και κυρίως δεν έλαβε επαγγελματική κατάρτιση ώστε να διαθέτει τα εφόδια για την απρόσκοπτη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Για τους παλιννοστούντες ομογενείς Ποντίους και για τους Βορειοηπειρώτες, ισχύει ευνοϊκότερο καθεστώς, σε σχέση με τους αλλοδαπούς μετανάστες. Έχει δοθεί έμφαση στην προστασία αυτής της ομάδας, όπως φαίνεται από τη δημιουργία ειδικών θεσμών, όπως το Εθνικό Ίδρυμα Υποδοχής και Αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων, (Ε.Ι.Υ.Α.Π.Ο.Ε.), από την ίδρυση και λειτουργία κέντρων φιλοξενίας και από τη δημιουργία Κέντρου Συμπαράστασης Παλιννοστούντων Μεταναστών από την Εκκλησία της Ελλάδος.

Οι ευνοοικότερες ρυθμίσεις αφορούν:

- Οι Έλληνες ομογενείς με δελτίο ομογένειας δικαιούνται το βιβλιάριο απορίας το οποίο παρέχει τη δυνατότητα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε νοσοκομείο Ε.Σ.Υ. και σε Κέντρα Υγείας.

- Δυνατότητα κοινωνικής ασφάλισης στον Ο.Γ.Α. (για ανασφάλιστους υπερήλικες, άρθρο 48, Νόμος 2084/1992) και ειδικός λογαριασμός αυτασφάλισης στο Ι.Κ.Α. (Νόμος 1902/1990, άρθρο 36).

- Χορήγηση έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης από το Υπουργείο Απασχόλησης (Υ.Α. 33155/3012/1985, Υπουργείο Εργασίας) και βοηθήματα επαναπατρισμού από το Υπουργείο Υγείας (Υ.Α. ΦΕΚ 242, τόμος Β΄, 26/4/1988).


Βιβλιογραφία για τους παλιννοστούντες


Φορείς και οργανώσεις για τους παλιννοστούντες